ἀπότμησις
ἀπότμησις, cutting off
ἀπό-τμησις, εως, ἡ,
- cutting off, ἀγκυρίων Ph. Bel. 100.33 (pl.).
corte c. gen.
ἀγκυρείων
αἰδοίων
κεφαλῆς
ἀπότμησις, εως (ἡ) action de couper de, de retrancher, Phil. byz. Bel. 100 etc.
Étym. ἀποτέμνω.