ἀποτμήξ
ἀποτμήξ, cut off, sheer
ἀπο-τμήξ, ῆγος, ὁ, ἡ,
- cut off, sheer, like ἀπορρώξ, σκοπιή A.R. 2.581.
cortado, tallado a pico
σκοπιή
ἀποτμήξ, ῆγος (ὁ, ἡ) coupé, taillé à pic, A. Rh. 2, 581.
Étym. ἀποτέμνω.
ἀποτμήξ, ῆγος, abgeschnitten, steil, σκοπιά Ap.Rh. 2.581.