Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπέλωρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπείραμος
ἐμπειράομαι
ἐμπειρέω
ἐμπειρία
ἐμπειρικός
ἐμπειρικῶς
ἐμπειρόγαμος
ἐμπειρογνώστης
ἐμπειροθάλασσος
ἐμπειρόπλοος
ἐμπειρόπλους
ἐμπειροπόλεμος
ἐμπειροπράγμων
ἔμπειρος
ἐμπειρότοκος
ἐμπείρω
ἐμπείρων
ἐμπείρως
ἐμπέκτρια
ἐμπελαγίζω
ἐμπελάδην
ἐμπελαδόν
ἐμπελάζω
ἐμπέλανα
ἐμπέλανον
ἐμπέλασις
ἐμπελαστικῶς
ἐμπελάτειρα
ἐμπελάω
ἐμπέλιος
ἐμπέλωρος
ἐμπέμπω
ἐμπεπαίνομαι
ἐμπέπτας
ἐμπέραμος
Ἐμπέραμος
ἐμπεράμως
ἐμπερατόω
ἐμπερδολεκαναρύταινα
ἐμπερής
ἐμπεριάγω
ἐμπεριβάλλω
ἐμπερίβολος
ἐμπερίγραπτος
ἐμπερίγραφος
ἐμπεριγράφω
ἐμπεριδράσσομαι
ἐμπεριειλέω
ἐμπεριείργω
ἐμπεριεκτικός
ἐμπεριέρχομαι
ἐμπεριέχω
ἐμπεριισχάνω
ἐμπερικλείω
ἐμπερικρατέω
ἐμπεριλαμβάνω
ἐμπεριλείπομαι
ἐμπεριληπτικός
ἐμπερίληψις
ἐμπερινοέω
ἐμπερινοστέω
…
ἐμπέλωρος
Save
LSJ
ἐμπέλωρος, ὁ, title of Laconian official, =
ἀγορανόμος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}