ἐξαλείπτης
ἐξᾰλείπ-της, ου, ὁ,
- = κονιάτης, Gal. 19.98.
1 el que unta o unge Hp.l.c.
2 fig. destructor
σὺ εἶ ... ὁ τὴν ὁδὸν ὑποδεικνύων τῆς ἀληθείας, διῶκτα τοῦ σκότους καὶ τῆς πλάνης ἐξαλειπτά (sic)
ἐξαλείπτης, ου (ὁ) [ᾰ] qui frotte, qui enduit, Gal.
Étym. ἐξαλείφω.
ἐξαλείπτης, ὁ, der Salber, Galen.