ἐξαλειπτικός
ἐξαλειπτικός, obliterating
ἐξᾰλειπ-τικός, ή, όν,
- obliterating, τύπος ἐ. τοῦ προτέρου S.E. M. 7.373.
propio para borrar
ὥσπερ ... ὁ τῆς δευτέρας σφραγῖδος τύπος ἐ. ἐστι τοῦ προτέρου
τὰ ἐξαλειπτικὰ σκάφη
barcos purgatorios, e.e., penitenciarios
ἐξαλειπτικός, ή, όν [ᾰ] propre à effacer, Sext. 271, 14 Bkk.
Étym. ἐξαλείφω.
ἐξαλειπτικός, ή, όν, zum Auswischen gehörig, Sext.Emp. adv. math. 7.373.