ἐξάλειψις
ἐξάλειψις, whitewashing
ἐξάλειψις [ᾰ], εως, ἡ,
- whitewashing, τοῦ ἀποδυτηρίου BCH 23.566 (Delph., iii B.C.).
- II blotting out, destruction, LXX Mi. 7.11, al.
1 enlucido, revoque, enjalbegado
γᾶς λευ[κ]ᾶς ἐν τὰν ἐξάλειψιν τοῦ ἀποδυτηρίου
2 borradura, tachadura
ὡς ... τὰς ... ἀπογραφὰς μικροῦ δεῖν παντελῆ παθεῖν ἐξάλειψιν
3 destrucción, exterminio
ἐ. σου ἡ ἡμέρα ἐκείνη
νεανίσκον, καὶ παρθένον ... καὶ γυναῖκας ἀποκτείνατε εἰς ἐξάλειψιν
οὐκ ἂν δοίην εἰς ἐξάλειψιν ... τὸν Ἐφραΐμ
4 fig. purificación
τὸ λουτρὸν ἐ. (ἐστιν)
ἐξάλειψις, εως (ἡ) [ᾰ] action d’effacer, de détruire, Spt. Mich. 7, 11 ; Ezech. 9, 6.
Étym. ἐξαλείφω.
ἐξάλειψις, ἡ, das Auslöschen, Sp.