ἐπικουφισμός
ἐπικουφισμός, relief
ἐπικουφ-ισμός, ὁ,
- relief, IGRom. 4.1523.9 (Sardes); τῆς ὀχλήσεως Sor. 2.38.
ἐπικουφισμός, οῦ (ὁ) allégement, Clém. 880.
Étym. ἐπικουφίζω.
ἐπικουφισμός, ὁ, Erleichterung, Clem.Al.