ἐπικραιαίνω
ἐπι·κραιαίνω (impf. 3 sg. ἐπεκραίαινε, Il. 3, 302 ; ao. 3 sg. ἐπεκρήηνε, Call. Dian. 40 ; impér. ἐπικρήηνον, Il. 1, 455) épq. c. le suiv.
ἐπικραιαίνω, ep. = ἐπικραίνω ; οὐδʼ ἄρα πώ οἱ ἐπεκραίαινε Κρονίων Il. 2.419, er erfüllte, gewährte es nicht ; νῦν μοι τόδʼ ἐπικρήηνον ἐέλδωρ 1.455 u. öfter ; vgl. Callim. Dian. 40.