ἐπιτέλεια
ἐπιτέλεια, oversight, command
ἐπιτέλ-εια, ἡ,
- oversight, command, prob. f.l. for -μέλεια, Polyaen. 6.9.3 (pl.).
- II fulfilment, ἐπιτέλειαν ὁ θεὸς ποιήσει τῶν ἀξιουμένων Aristeas 18; καλῶν ἔργων Id. 272.
ἐπιτέλεια, ας (ἡ) autorité, charge, Polyen 6, 9, 3.
Étym. ἐπιτελής.
ἐπιτέλεια, ἡ, die Obrigkeit, οἱ ἐπὶ τέλει, Polyaen. 6.9.3.