ἐπιτειχισμός
ἐπιτειχισμός, the building a fort on the enemy’s frontier, the occupation of it
ἐπιτειχ-ισμός, ὁ,
- = -ισις, Th. 7.18, X. HG 5.1.2; τῇ χώρᾳ against it, Th. 1.122: metaph., ἕτερον κατὰ τῆς πόλεως ἐ. ἐζήτει D. 18.87.
ἐπιτειχισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Thc. 7, 18 ; Xén. Hell. 5, 1, 2 ; ἐπ. τῇ χώρᾳ, Thc. 1, 122 ; κατὰ τῆς πόλεως, Dém. 254, 20, rempart contre le pays, contre la ville.
ἐπιτειχισμός, ὁ, = ἐπιτείχισις, τῇ χώρᾳ Thuc. 1.122 ; Xen. Hell. 5.1.2 ; ἕτερον κατὰ τῆς πόλεως ἐπιτειχισμὸν ἐζήτει Dem. 18.87, er versuchte einen Angriff ; übertr., Philo.
ἐπιτειχισμός, ὁ,
from ἐπιτειχίζω
= ἐπιτείχισις, Thuc., Xen.