Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰδικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἴδε
ἰδέα
ἰδέατος
ἴδεδρος
ἰδεῖν
ἰδέμεν
ἰδέν
ἰδέρως
ἴδεσκε
ἴδεσκον
ἴδετο
ἰδέω
ἴδη
Ἴδη
ἴδηαι
Ἴδηθεν
ἴδημα
ἰδήμων
ἰδήρατος
Ἴδης
ἰδησῶ
ἰδίᾳ
ἰδιαζόντως
ἰδιάζω
ἰδιαίτατος
ἰδιαίτερος
ἰδίασις
ἰδιασμός
ἰδιαστής
ἰδικός
ἰδικῶς
ἰδιόβιος
ἰδιοβουλεύω
ἰδιοβουλέω
ἰδιογαμία
ἰδιογάμια
ἰδιογενής
ἰδιόγλωσσος
ἰδιογνωμονέω
ἰδιογνωμοσύνη
ἰδιογνώμων
ἰδιογονία
ἰδιογραφία
ἰδιόγραφος
ἰδιοθανατέω
ἰδιοθάνατος
ἰδιοθανέω
ἰδιοθηρευτικός
ἰδιοθηρία
ἰδιοθρονέω
ἰδιόκοτος
ἰδιοκρασία
ἰδιόκριτος
ἰδιοκτήμων
ἰδιόκτητος
ἰδιολογέομαι
ἰδιολογέω
ἰδιολογία
ἰδιολόγος
ἰδιόλογος
ἰδιομήκης
…
ἰδικῶς
Save
Bailly 2024
ἰδικῶς
[
ῐδ
]
adv.
particulièrement, spécialement,
Ath.
299
d
,
au cp.
-ώτερον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}