Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἰδιόβιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἰδέα
ἰδέατος
ἴδεδρος
ἰδεῖν
ἰδέμεν
ἰδέν
ἰδέρως
ἴδεσκε
ἴδεσκον
ἴδετο
ἰδέω
ἴδη
Ἴδη
ἴδηαι
Ἴδηθεν
ἴδημα
ἰδήμων
ἰδήρατος
Ἴδης
ἰδησῶ
ἰδίᾳ
ἰδιαζόντως
ἰδιάζω
ἰδιαίτατος
ἰδιαίτερος
ἰδίασις
ἰδιασμός
ἰδιαστής
ἰδικός
ἰδικῶς
ἰδιόβιος
ἰδιοβουλεύω
ἰδιοβουλέω
ἰδιογαμία
ἰδιογάμια
ἰδιογενής
ἰδιόγλωσσος
ἰδιογνωμονέω
ἰδιογνωμοσύνη
ἰδιογνώμων
ἰδιογονία
ἰδιογραφία
ἰδιόγραφος
ἰδιοθανατέω
ἰδιοθάνατος
ἰδιοθανέω
ἰδιοθηρευτικός
ἰδιοθηρία
ἰδιοθρονέω
ἰδιόκοτος
ἰδιοκρασία
ἰδιόκριτος
ἰδιοκτήμων
ἰδιόκτητος
ἰδιολογέομαι
ἰδιολογέω
ἰδιολογία
ἰδιολόγος
ἰδιόλογος
ἰδιομήκης
ἰδιόμορφος
…
ἰδιόβιος
Save
Pape
ἰδιόβιος
,
abgesondert für sich lebend
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}