Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράφυμα
παράφυμα, growth
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραφρονέω
παραφρόνησις
παραφρονία
παραφρόνιμος
παράφρονος
παραφροσύνη
παραφρουρέω
παραφρυγανίζω
παραφρύγομαι
παραφρύγω
παραφρυκτωρεύομαι
παραφρυκτωρέω
παράφρων
παραφυάδιον
παραφυάς
παραφυής
παραφυκισμός
παραφυκτός
παραφυλακέω
παραφυλακή
παραφυλακισμός
παραφυλακίτης
παραφυλακτέον
παραφυλακτικός
παραφύλαξ
παραφύλαξις
παραφυλάσσω
παραφυλάττω
παραφυλλίς
παράφυλλον
παράφυμα
παραφυσάω
παράφυσις
παραφύτευσις
παραφυτεύω
παράφυτος
παραφύω
παραφωνέω
παραφωνή
παραφώνησις
παραφωνία
παράφωνος
παραφώτισμα
παραφωτισμός
παραχάζομαι
παραχάζω
παραχάλασμα
παραχαλασμάτιον
παραχαλάω
παραχαλκεύω
παραχάραγμα
παραχαρακτής
παραχαράκτης
παραχαράξιμος
παραχάραξις
παραχαράσσω
παραχαράττω
παραχάσκω
παραχειμάζω
παραχειμασία
παραχειμαστικός
…
παράφυμα
Save
παράφυμα, growth
LSJ
παράφυμα, ατος, τό, Medic.,
growth,
Mich.
in PN
143.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}