τανυμήκης
τανυμήκης, long-stretched, tall
τᾰνῠμήκης, ες,
- long-stretched, tall, ἰτέαι AP 6.170.
τανυ·μήκης, ης, ες [ᾰῠ] qui s’étend en longueur, allongé, élevé, Anth. 6, 170 ; Sib. 1, 262.
Étym. τανυ-, μῆκος.
τανυμήκης, ες, lang gestreckt, schlank, ἰτέαι, Thall. 3 (VI.170).
τανυμήκης
τᾰνῠ-μήκης, ες
τανύω, μῆκος
- long-stretched, tall, ἰτέαι Anth.