τανύπλεκτος
τανύπλεκτος, in long plaits
τᾰνύ-πλεκτος, ον,
- in long plaits, μίτραι AP 7.473 (Aristodic.); ἕρκος Opp. H. 1.33.
τανύ·πλεκτος, ος, ον [ᾰ] tendu, Opp. H. 1, 33 ; Anth. 7, 473.
Étym. τανυ-, πλέκω.
τανύπλεκτος, lang geflochten ; τανυπλέκτων ἀπὸ μιτρᾶν ἐκρεμάσαντο, Aristodie. 1 (VII.473); ἕρκος, Opp. Hal. 1.33.
τανύπλεκτος
τᾰνύ-πλεκτος (ῠ), ον,
τανύω
- in long plaits, Anth.