τανύρροιζος
τανύρροιζος, whizzing along
τᾰνύ-ρροιζος, ον,
- whizzing along, ἀκωκή Opp. C. 4.195.
τανύ·ρροιζος, ος, ον [ᾰ] qui résonne au loin, Opp. C. 4, 194.
Étym. τανυ-, ῥοῖζος.
τανύρροιζος, whizzing along