τανύπους
τᾰνύ-πους, ὁ, ἡ, gen. ποδος,
- = ταναύπους, Ἐρινύες S. Aj. 837.
τανύ·πους, -ποδος (ὁ, ἡ) [ᾰῠ] c. ταναΰπους, Soph. Aj. 837.
τανύπους, ποδος, ὁ, ἡ, = ταναύπους, Soph. Aj. 824, von den Erinnyen.
τανύπους
τᾰνύ-πους (ῠ),
= ταναύπους, Soph.