τανύπρωρος
τανύπρωρος, with long prow
τᾰνύ-πρωρος, ον,
- with long prow, Q.S. 5.348, 9.437.
- II τανυπρῴρους· τὰς καλύπτρας, διὰ τὸ περὶ τὸ πρόσωπον περιτετάσθαι, Hsch.