ἀδιαστασία
ἀδιαστασία, continuity
ἀδια-στασία, ἡ,
- continuity, Iamb. in Nic. p.57 P.
geom. continuidad
(ἡ γραμμή) ἤτοι ψαυστῶν ἀδιαστασία ἔσται ἢ διαστάντων ἀψαυστία
ἀδιαστασία, ας (ἡ) [τᾰ] continuité, Jambl. Nicom. ar. 84.
Étym. ἀδιάστατος.