αὐτεπάγγελτος
αὐτεπάγγελτος, offering of oneself, of free will
- offering of oneself, of oneʼs free will, αὐ. ἠθέλησε συμβαλέσθαι χρήματα Hdt. 7.29; αὐ. ὑποστῆναι E. HF 706; παρεῖναι, χωρεῖν, Th. 1.33, 4.120; βοηθεῖν Isoc. 1.25; ἐθελονταί D. 18.68. Adv. -τως Ph. 2.173.
- II self invited, dub. in Luc. JTr. 37.
1 que obra por sí mismo o por voluntad propia como pred. ref. al suj. gener. de pers.
αὐ. ... ἐμοὶ ἠθέλησε συμβαλέσθαι χρήματα
παῖδας ... ἐφ' οἷς ὑπέστητ' αὐτεπάγγελτοι θανεῖν
οἵτινες ... αὐ. ἐχώρησαν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν
ἐὰν ... αὐ. αὐτοῖς (τοῖς φίλοις) ἐν τοῖς καιροῖς βοηθῇς
ὥστε τῆς ἐλευθερίας αὐτεπαγγέλτους ἐθελοντὰς παραχωρῆσαι Φιλίππῳ
ἐς τὸ δικαστήριον αὐ. ἦλθε
πολλοὶ δὲ τῶν βαρβάρων καὶ αὐτεπάγγελτοι συνεμάχησαν
τὴν ἀπόδοσιν τῆς θυγατρὸς αὐ. ἐπινεύων
• que ofrece voluntariamente sus servicios
ὁ δὲ ἀδόλεσχος ἄμισθός ἐστι προδότης καὶ αὐ.
• tb. de abstr. espontáneo
αὕτη (δύναμις) πάρεστιν αὐ.
ese (poder) nos viene a la mano espontáneamente(ἡ ἐκ θεοῦ βοήθεια) αὐ. ἤδη παρέσται
2 adv. -ως por propia iniciativa, voluntariamente
τἀναντία ... αὐ. ἐξειργασμένοι
- offering of oneself, of free will, Hdt., Eur., Thuc., etc.