αὐτεξουσιότης
αὐτεξουσιότης, free will
αὐτ-εξουσιότης, ητος, ἡ,
- free will, v.l. in LXX 4 Ma. 2.21: αὐτο- Eustr. in EN 390.11.
αὐτεξουσιότης, ητος (ἡ) indépendance, Jos. Macc. 3.
Étym. αὐτεξούσιος.
αὐτεξουσιότης, ητος, ἡ, freie, unabhängige Macht, Jos.