Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτεξουσίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐταρκέω
αὐτάρκης
αὐταρκία
αὐταρκίη
αὐτάρκως
αὐταρχέω
αὐταρχή
αὐτάρχης
αὐταρχία
αὔταρχος
αὐταύλης
αὐταυτόθεν
αὔταυτος
αὐταυτοῦ
αὐταχάτης
αὖτε
αὐτέγγυος
αὐτεῖ
αὐτεί
Αὐτεινοί
αὐτέκμαγμα
αὐτέλεγκτος
αὐτένδυτος
αὐτενέργεια
αὐτενέργητος
αὐτενιαυτός
αὐτεξουσία
αὐτεξουσιάζω
αὐτεξούσιος
αὐτεξουσιότης
αὐτεξουσίως
αὐτεπάγγελτος
αὐτεπαγγέλτως
αὐτεπαίνετος
αὐτέπαινος
αὐτεπιβουλεύτης
αὐτεπιβούλευτος
αὐτεπίβουλος
αὐτεπίσκοπος
αὐτεπίσπαστος
αὐτεπιστασία
αὐτεπιστατέω
αὐτεπιστήμη
αὐτεπίστροφος
αὐτεπιτάκτης
αὐτεπιτακτική
αὐτεπιτακτικός
αὐτεπίτακτος
αὐτεπώνυμος
αὐτερέτης
Αὐτεσίων
αὐτέτης
αὐτεφόδιος
ἀϋτέω
ἀϋτή
ἁὐτή
αὐτή
αὕτη
αὐτηΐ
αὑτηί
αὐτήκοος
…
αὐτεξουσίως
Save
Bailly 2024
αὐτεξουσίως,
adv.
librement, avec indépendance,
Jos.
B.J.
5, 13, 5
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}