δαίνυμι
δαίνυμι, to give a feast
- poet. Verb (used by Hdt.), give a banquet or feast, δαίνυ δαῖτα γέρουσι Il. 9.70; ἔφασκες . . δαίσειν γάμον didst promise to give me a marriage-feast, 19.299, cf. Od. 4.3, h.Ven. 141, Pi. N. 1.72; ὁτοῖσι τάφον μενοεικέα δαίνυ Il. 23.29, cf. Od. 3.309; δ. ὑμεναίους, γάμους, E. IA 123 (lyr.), 707.
- 2 c. acc. pers., feast one on a thing, τὸν . . Ἀστυάγης ἀνόμῳ τραπέζῃ ἔδαισε Hdt. 1.162, cf. E. Or. 15; ζῶν με δαίσεις thou shalt be my living feast, A. Eu. 305.
- II Med., have a feast given one, feast, in Hom. more freq. than Act., Il. 15.99, al., cf. Pi. I. 6(5).36, Hdt. 1.211; δαίσασθαι γάμον Archil. l.c.
- 2 c. acc., feast on, eat, δαῖτα, ἑκατόμβας, κρέα, Od. 3.66, Il. 9.535, Od. 12.30; κρέα δαίνυσθαι Hdt. 3.18, Ant.Lib. 18.2 (but c. gen., Id. 11.7); ἐδαίσατο παῖδα S. Fr. 771.5, cf. El. 543; μίαν δ. τράπεζαν eat at a common table, Theoc. 13.38: of fire, consume, Pi. N. 9.24, S. Tr. 765; of poison, ib. 1088.
I en v. act.
1 c. ac. int. ofrecer un banquete
δαίνυ δαῖτα γέρουσιν
2 c. ac. de lo que se celebra celebrar con un banquete
δαίσειν ... γάμον μετὰ Μυρμιδόνεσσι
τὸν δ' εὗρον δαινύντα γάμον
γάμον δαίσαντα πὰρ Δί
δαίνυ γάμον ἱμερόεντα
ὁ τοῖσι τάφον μενοικέα δαίνυ
ὁ τὸν κτείνας δαίνυ τάφον Ἀργείοισι
• tb. en v. med.
γάμον μὲν οὐκ ἐδαισάμην
3 c. ac. de pers. agasajar con un banquete a
τὸν ... ἀνόμῳ τραπέζῃ ἔδαισε Ἀστυάγης
ζῶν με δαίσεις
ἔδαισε δ' οὖν νιν
II sólo en v. med.
1 intr. participar en un banquete, banquetear
εἴ πέρ τις ἔτι νῦν δαίνυται εὔφρων
δαινῦτό τε λαός
y celebró la hueste el banquete (funerario)μνηστῆρες ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν ἠῶθεν δαινύατ'
κλιθέντες ἐδαίνυντο
μόνον γὰρ οὐκ ἔξεστιν δαίνυσθαι
δαίνυντ' ἐν θαλίῃσιν
• c. ac. int.
δαίνυντ' ἐρικυδέα δαῖτα
2 tr. comer, devorar
ἑκατόμβας
κρέα
τὸν Ἀστάκειον παῖδα
τοῦδε σάρκας
ἀμβροσίη ... οἵην δαίνυνται ... θεοί
βαρὺ δεῖπνον
(Καλλαῖσχρος) τὸν ... δαίσαντο ... θῆρες
ὕστατα δόρπα
μίαν ... δαίνυντο τράπεζαν
compartían la misma mesa
• fig. del fuego consumir
δαίσαντο πυραὶ νεογυίους φῶτας
• de la enfermedad
δαίνυται γὰρ αὖ πάλιν
• c. gen. partit.
κρεῶ[ν] ἐδαίνυντο
•De *dai- < *d°Hi̯2°- ‘partir’, cf.
1. act.
a. een feestmaal, banket houden, steeds met acc. v.h. inw. obj.:
b. trakteren, met acc. v. pers.:
2. med. dineren, eten; met acc. van zaak zich te goed doen aan, eten:
Med. δαίνυμαι (conj. δαινύῃ Od. 8.243 ; opt. δαινῦτο Il. 24.665, vgl. Scholl. Herodian.; δαινύατο Od. 18.248 ; impf. δαίνυο Il. 24.63 ; ἐδαινύμην Eubul. Ath. II.63e ; δαισάμενοι Od. 7.188); sich bewirten lassen, schmausen, VLL εὐωχεῖσθαι ; absolut, Il. 15.99 ; Her. 1.211, 2.100 ; Pind. I. 5.36 ; δαῖτα Od. 3.66 ; ἑκατόμβας Il. 9.535 ; εἰλαπίνην Il. 23.201 ; δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ Od. 9.162 ; κρέα Her. 3.18 u. sonst ; γάμον Archil. frg. 84 ; τράπεζαν δαίνυντο Theocr. 13.38 ; Philostr. Uebertr., ἐχίδνης ἰὸς ἐδαίνυτο Soph. Tr. 782 ; δαίσασθαι ἵμερον τέκνων El. 543, genießen ; πυραὶ δαίσαντο φῶτας Pind. N. 9.24 ; auch in Anth.
[δαίω2.]
Fut. infin. δαίσειν Il. 19.299.
2 sing. subj. mid. δαινύῃ Od. 8.243. δαινύ̆ῃ Od. 19.328.
3 sing. opt. δαινῦτο Il. 24.665.
3 pl. δαινύατο Od. 18.248.
2 sing. impf. δαίνυο Il. 24.63.
Nom. pl. masc. aor. pple. δαισάμενοι Od. 7.188, Od. 18.408. (μετα-.)
- 1
- a
To give (a meal): δαίνυ δαῖτα γέρουσιν Il. 9.70.
- b
To give (a wedding-feast): δαινύντα γάμον Od. 4.3.
Sim. δαίσειν γάμον (app., to bring it about) Il. 19.299.
- c
To give (a funeral-feast) Il. 23.29: Od. 3.309.
- a
- 2
In mid.
- α
To take a meal (often with the notion of faring well or revelling): εἴ τις δαίνυται εὔφρων Il. 15.99. Cf. Il. 1.468 = 602 = Il. 2.431 = Il. 7.320 = Il. 23.56, Il. 4.386, Il. 5.805, Il. 7.477, Il. 9.228: δαινύμενοι τερπώμεθα Od. 1.369. Cf. Od. 1.228, Od. 2.247, 311, Od. 3.471, Od. 7.188, 203, Od. 8.243, Od. 10.9, 61, 452, Od. 12.398, Od. 14.195, 250, Od. 15.398, Od. 16.479 = Od. 19.425, Od. 17.332, Od. 18.248, 408, Od. 19.328, Od. 21.89, 290, 319.
- β
Of a wedding-feast Il. 24.63: Od. 4.15, 238.
- γ
Of a funeral-feast Il. 24.665.
- δ
With cognate acc. As (α): εἰλαπίνην δαίνυντο Il. 23.201. Cf. Od. 3.66 = Od. 20.280, Od. 7.50, Od. 11.186, Od. 13.26.
As (γ) Il. 24.802.
- α
- b
To partake of: ἑκατόμβας Il. 9.535 (i.e. of the god’s share thereof): κρέα τε καὶ μέθυ Od. 9.162 = 557 = Od. 10.184 = Od. 10.468 = Od. 10.477= Od. 12.30.
- a act., celebrate by feasting καὶ γάμον δαίσαντα (Ἡρακλέα) πὰρ Δὶ Κρονίδᾳ N. 1.72
- b med. feast
- α abs. καὶ θεοὶ δαίσαντο παρʼ ἀμφοτέροις P. 3.93 Ὑπερβορέων παρʼ οἷς ποτε Περσεὺς ἐδαίσατο λαγέτας P. 10.31 ἀλλʼ Αἰακίδαν καλέων ἐς πλόον < > κύρησεν δαινᾰμένων. (κεῖνον supp. Schr., πάντων Tricl.) I. 6.36
- β c. acc., feast upon ἑπτὰ γὰρ δαίσαντο πυραὶ νεογυίους φῶτας N. 9.24
- Ito divide:—to give a banquet or feast, δαίνυ δαῖτα γέρουσι Il.; δ. γάμον to give a marriage-feast, Hom.; δ. τάφον to give a funeral feast, Hom.
- 2c. acc. pers. to feast one, Hdt.; ζῶν μὲ δαίσεις thou shalt be my living feast, Aesch.
- IIMid. to have a feast given one, to feast, Hom., Hdt.
- 2c. acc. to feast on, consume, eat, Hdt.; μίαν δ. τράπεζαν to eat at a common table, Theocr.:— also of poison, to consume, Soph.
-
…ὀβελοῖσι μεμύκει, ὀπταλέα τε καὶ ὠμά, βοῶν δʼ ὣς γίγνετο φωνή. ἑξῆμαρ μὲν ἔπειτα ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι δαίνυντʼ Ἠελίοιο βοῶν ἐλάσαντες ἀρίστας · ἀλλʼ ὅτε δὴ ἕβδομον ἦμαρ ἐπὶ Ζεὺς θῆκε Κρονίων, καὶ τότʼ ἔπειτʼ ἄνεμος μὲν…
Homer, Odyssey
-
…. ὣς ἔφαθʼ, ἡμῖν δʼ αὖτʼ ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ. ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν, οἱ μὲν κοιμήσαντο παρὰ…
Homer, Odyssey
-
…παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι. τοῖσι δὲ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἤρχετο μύθων · μητρὸς ἐμῆς μνηστῆρες ὑπέρβιον ὕβριν ἔχοντες, νῦν μὲν δαινύμενοι τερπώμεθα, μηδὲ βοητὺς ἔστω, ἐπεὶ τόδε καλὸν ἀκουέμεν ἐστὶν ἀοιδοῦ τοιοῦδʼ οἷος ὅδʼ ἐστί, θεοῖς ἐναλίγκιος αὐδήν…
Homer, Odyssey
-
…, λύον δʼ ὑψηχέας ἵππους, κὰδ δʼ ἷζον παρὰ νηῒ ποδώκεος Αἰακίδαο μυρίοι · αὐτὰρ ὃ τοῖσι τάφον μενοεικέα δαίνυ. πολλοὶ μὲν βόες ἀργοὶ ὀρέχθεον ἀμφὶ σιδήρῳ σφαζόμενοι, πολλοὶ δʼ ὄϊες καὶ μηκάδες αἶγες · πολλοὶ δʼ ἀργιόδοντες…
Homer, Iliad
-
…, περίφρον Πηνελόπεια, εἰ πάντες σε ἴδοιεν ἀνʼ Ἴασον Ἄργος Ἀχαιοί, πλέονές κε μνηστῆρες ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν ἠῶθεν δαινύατʼ, ἐπεὶ περίεσσι γυναικῶν εἶδός τε μέγεθός τε ἰδὲ φρένας ἔνδον ἐΐσας. τὸν δʼ ἠμείβετʼ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια ·…
Homer, Odyssey
-
…ἄκοιτιν ; οὐδʼ αὐτός που τοῦτό γʼ ἐνὶ στήθεσσιν ἔολπε · μηδέ τις ὑμείων τοῦ γʼ εἵνεκα θυμὸν ἀχεύων ἐνθάδε δαινύσθω, ἐπεὶ οὐδὲ μὲν οὐδὲ ἔοικεν. τὴν δʼ αὖτʼ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἀντίον ηὔδα · κούρη Ἰκαρίοιο…
Homer, Odyssey
-
…ὅ γε Νέστορʼ ἰὼν κατʼ ἄρʼ ἕζετο, ποιμένα λαῶν. οἱ δʼ ἐπεὶ ὤπτησαν κρέʼ ὑπέρτερα καὶ ἐρύσαντο, δαίνυνθʼ ἑζόμενοι · ἐπὶ δʼ ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄροντο οἶνον οἰνοχοεῦντες ἐνὶ χρυσέοις δεπάεσσιν. αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον…
Homer, Odyssey
-
…γὰρ τοῖσι κακὸν χρυσόθρονος Ἄρτεμις ὦρσε χωσαμένη ὅ οἱ οὔ τι θαλύσια γουνῷ ἀλωῆς Οἰνεὺς ῥέξʼ · ἄλλοι δὲ θεοὶ δαίνυνθʼ ἑκατόμβας, οἴῃ δʼ οὐκ ἔρρεξε Διὸς κούρῃ μεγάλοιο. ἢ λάθετʼ ἢ οὐκ ἐνόησεν · ἀάσατο δὲ μέγα θυμῷ…
Homer, Iliad
-
…τόδʼ ἔπειτα θεοὶ περιμηχανόωνται. αἰεὶ γὰρ τὸ πάρος γε θεοὶ φαίνονται ἐναργεῖς ἡμῖν, εὖτʼ ἔρδωμεν ἀγακλειτὰς ἑκατόμβας, δαίνυνταί τε παρʼ ἄμμι καθήμενοι ἔνθα περ ἡμεῖς. εἰ δʼ ἄρα τις καὶ μοῦνος ἰὼν ξύμβληται ὁδίτης, οὔ τι…
Homer, Odyssey
-
…πεῖράν τʼ ὀβελοῖσιν, ὤπτησάν τε περιφραδέως, δάσσαντό τε μοίρας. ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα δαίνυντʼ, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης · ἦμος δʼ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθεν, δὴ τότε κοιμήσαντο…
Homer, Odyssey