δαιμονιόθυτος Save DGE Bailly 2024 δαιμονιόθυτος -ον sacrificado a dioses falsos op. ἱερόθυτος Origenes Cels.8.21. δαιμονιό·θυτος, ος, ον [ῠ] sacrifié aux démons, Orig. c. Cels. 8, p. 392. Étym. δαιμόνιον, θύω.