διάσυρτος
διάσυρτος, drawn through
διάσυρ-τος, ον,
- drawn through, λημνίσκος Paul.Aeg. 6.34.
διάσυρτος, ος, ον, étiré, allongé, P. Eg. 170 Briau.
Étym. διασύρω.
διάσυρτος, drawn through