διάσφαξις
διάσφαξις, εως, ἡ,
- = διασφάξ, Hp. Epid. 2.1.8 (dub.l.).
διάσφαξις, εως, ion. -ιος (ἡ) crevasse, fente, Hpc. 1006c (sel. d’autres διάστασις).
Étym. διασφάττω.
διάσφαξις, ἡ, = διασφάξ, Hippocr.