Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασφενδονίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασυντηρέω
διασυντρέχω
διασυριγμός
διασυρίζω
διασυρίττω
διάσυρμα
διασυρμός
Διάσυρος
διάσυρσις
διασυρτέον
διασύρτης
διασυρτικός
διάσυρτος
διασυρτός
διασύρω
διασύστασις
διασυστατικός
διασφαγή
διάσφαγμα
διασφαιρίζω
διασφαιρόομαι
διασφακτήρ
διασφαλίζομαι
διασφαλισμός
διασφάλλω
διασφάξ
διάσφαξις
διασφάς
διασφάττω
διασφενδονάω
διασφενδονίζω
διασφετερίζομαι
διασφηκόομαι
διασφηκόω
διασφηνόω
διασφήνωσις
διασφίγγω
διασφιγκτέον
διάσφιγξις
διασφραγίζομαι
διασφυδόω
διασφύζω
διάσφυξις
διασχάζω
διάσχεσις
διάσχημα
διασχηματίζω
διασχημάτισις
διασχιδής
διασχίζω
διασχίς
διάσχισις
διάσχισμα
διασχισμός
διασχοινίζομαι
διασχοινίζω
διασχολέομαι
διασχολέω
διασῴζω
διασώζω
διασωματίζω
…
διασφενδονίζω
Save
Pape
διασφενδονίζω
,
auseinander schleudern, sprengen
, Plut.
Marcell
. 15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}