διασυστατικός Save DGE Bailly 2024 Pape διασυστατικός -ή, -όν recomendable ἡ πολυμαθία δ. τυγχάνει Clem.Al.Strom.1.2.19. διασυστατικός, ή, όν [τᾰ] qui prescrit, qui recommande, Clém. 327. Étym. διασυνίστημι. διασυστατικός, ή, όν, empfehlend, Clem.Al.