About Report a problem

Menu

διάλευκος

διάλευκος, quite white

διάλευκος, ον,
  • quite white, Arist. Pr. 894a39, LXX Ge. 30.32, Str. 17.1.31, Plu. Alex. 51, Aret. SD 2.13; αἱ λίμναι -ότεραι τῆς θαλάττης Arist. Pr. 932a29.

Saved

Recent