Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαλυτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαλογογράφος
διάλογος
διάλοι
διαλοιδορέομαι
διαλοιδορέω
διαλοιδόρησις
διάλοιπος
δίαλον
διαλοξεύω
διάλοξος
διαλόξως
δίαλος
διαλουφέω
διαλουφῶν
διαλούω
δίαλσις
διαλυγίζω
διαλύγισμα
διαλυκωνίζω
διαλυμαίνομαι
διαλυπέω
διάλυσις
διαλυσίφιλος
διαλύσκω
διάλυσος
διαλυτέον
διαλυτέος
διαλυτής
διαλύτης
διαλυτικός
διαλυτικῶς
διάλυτος
διαλυτός
διαλύτρωσις
διαλύω
διαλφιτόω
διαλωβάομαι
διαλωβάω
διαμαγεύω
διαμαδάω
διαμαθύνω
διαμάλαξις
διαμαλάσσω
διαμαλάττω
διαμανθάνω
διαμαντεία
διαμαντεύομαι
διάμαξος
διαμάρανσις
διαμαρτάνω
διαμάρτημα
διαμάρτησις
διαμαρτητέον
διαμαρτία
διαμαρτυρέω
διαμαρτυρία
διαμαρτύρομαι
διαμαρυκάομαι
διαμασάομαι
διαμασάω
διαμάσημα
…
διαλυτικῶς
Save
Bailly 2024
διαλυτικῶς
[
ῠ
]
adv.
de façon à dissoudre,
Arstt.
Top.
7, 3, 7
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}