διαλυτής
διαλυτής, a dissolver, breaker-up
δια-λυτής [ῠ], ου, ὁ,
- dissolver, breaker-up, τῆς ἑταιρίας Th. 3.82; εἰρήνης Procop. Pers. 1.14.
1 c. gen. que disuelve, que rompe
τῆς ἑταιρίας
• que pone fin a
τῆς προθυμίας
τῆς τυραννίδος
• que rompe, incumplidor
τῶν ὡμολογημένων
2 mediador
ἐπὶ τοῖσδε διελύσαντο τὰ γένη ἄλληλα ... ὑπὸ τῶν αἱρεθέντων διαλυτῶν
διαλυτής, οῦ (ὁ) [ῠ] qui dissout, qui brise, Thc. 3, 82.
διαλυτής, ὁ, der Auflöser, Zerstörer ; ἑταιρίας Thuc. 3.82.
διαλυτής
διαλῠτής, οῦ,
from διαλύω
- a dissolver, breaker-up, Thuc.