διαλύτρωσις
διαλύτρωσις, ransom
διαλύτρωσις, εως, ἡ,
- ransom, ἀνδρῶν, αἰχμαλώτων, Plb. 6.58.11, 27.14.1.
rescate, redención
τῶν ἀνδρῶν
τῶν αἰχμαλώτων
δια·λύτρωσις, εως (ἡ) rachat mutuel, Pol. 6, 58, 11.
Étym. *διαλυτρόω, de διά, λυτρόω de λύτρον.
διαλύτρωσις, ἡ, gegenseitige Auslösung, Pol. 6.58.