διασόβησις
διασόβησις, trepidation
διασόβ-ησις, εως, ἡ,
- trepidation, M.Ant. 11.22.
agitación, turbación por efecto del miedo
τὴν πτοίαν τούτου (τοῦ μυός) καὶ διασόβησιν
διασόβησις, εως (ἡ) vive agitation, trouble, M. Ant. 11, 12.
Étym. διασοβέω.
διασόβησις, ἡ, das Verscheuchen, M.Ant. 11.22.