διασπαραγμός Save DGE Bailly 2024 Pape διασπαραγμός -οῦ, ὁ rasgadura, desgarramiento τοῦ χιτῶνος Chrys.M.62.764. διασπαραγμός, οῦ (ὁ) [πᾰ] déchirement, Chrys. 7, 515. Étym. διασπαράσσω. διασπαραγμός, ὁ, das Zerfleischen, Sp.