διασπαθίζω
διασπᾰθ-ίζω, = foreg. [διασπαθάω] I, Lyd. Mag. 2.19:— Pass., ib. 1.36.
hacer trizas, desbaratar, anular ref. a cargos
τὴν πολίαρχον ἐξουσίαν
πολλοῖς καὶ μὴ συμφωνοῦσιν ἄρχουσι διασπαθιζόμενοι
διασπαθίζω, zerreißen, Lyd. magistr.