διασμύχω
1 quemar, consumir lentamente o a fuego lento
(πῦρ) διασμύχει ... τὰ παρακείμενα
ἔνδοθεν ἔτι τὸ σῶμα τοῦ πυρετοῦ διασμύχοντος
τοῦ πένθους οἱονεὶ πυρός τινος ἔνδοθεν αὐτῶν τὰς ψυχὰς διασμύχοντος
2 intr. en v. med. consumirse, arder lentamente
πῦρ διασμυχόμενον
δια·σμύχω [ῡ] brûler complètement, consumer, Phil. 2, 143 ; Nyss. 1, 826d ; 2, 196.
διασμύχω, durchschmauchen, Sp.