διάτυλος
διάτυλος, callous
διάτῠλος, ον,
- callous, of a fistula, Meges ap. Orib. 44.24.8.
encallecido
αἱ σύριγγες
διά·τυλος, ος, ον [ῠ] raboteux, Orib. p. 28 Mai.
Étym. διά, τύλος.
διάτυλος, schwielig, knotig, Sp.