Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διατριταῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διατράνωσις
διατραχηλίζομαι
διατραχηλίζω
διατραχηλισμός
διατραχύνω
διατράω
διατρεμέω
διατρεπτέον
διατρεπτικός
διατρεπτικῶς
διατρέπω
διατρέφω
διατρέχω
διατρεψία
διατρέω
διάτρημα
διάτρησις
διατρήσω
διατρητάριος
διάτρητος
διατριβάζομαι
διατριβή
διατριβικός
διατρίβω
διατρίζω
διάτριμμα
διατριπτέον
διατριπτέος
διατριπτικόν
διατριπτικός
διατριταῖος
διατριτάριος
διάτριτος
διάτριχα
διάτριψις
διατροπή
διατρόπιος
διάτροπος
διατροφή
διατροχάδες
διατροχάζω
διάτροχος
διατρύγιος
διατρύγιος ὄρχος
διατρυπάω
διατρυφάω
διατρυφέν
διατρυφής
διατρύχομαι
διατρώγω
διαττάω
διαττερίσαι
διάττησις
δίαττος
διᾴττω
διατυγχάνω
διατυλίσσω
διάτυλος
διατυπόω
διατύπτομαι
διατύπτω
…
διατριταῖος
Save
LSJ
διατρῐταῖος, α, ον,
= διάτριτος, in Lat. form,
Cael.Aur.
CP
1.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}