διατυλίσσω
διατυλίσσω, unroll
διατῠλίσσω, Att. διατυλίττω,
- unroll, S.E. M. 1.281.
desenrollar para leer
τὴν Ὁμηρικὴν διετύλισσε ποίησιν
δια·τυλίσσω [ῠ] (impf. 3 sg. διετύλισσε) dérouler, Sext. 278.
διατυλίσσω, auseinanderwickeln, aufrollen, τὴν ποίησιν, Sext.Emp. adv. math. 1.281.