Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διατύπτομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διατριπτικός
διατριταῖος
διατριτάριος
διάτριτος
διάτριχα
διάτριψις
διατροπή
διατρόπιος
διάτροπος
διατροφή
διατροχάδες
διατροχάζω
διάτροχος
διατρύγιος
διατρύγιος ὄρχος
διατρυπάω
διατρυφάω
διατρυφέν
διατρυφής
διατρύχομαι
διατρώγω
διαττάω
διαττερίσαι
διάττησις
δίαττος
διᾴττω
διατυγχάνω
διατυλίσσω
διάτυλος
διατυπόω
διατύπτομαι
διατύπτω
διατύπωμα
διατύπωσις
διατυπωτέον
διατυπωτέος
διατυπωτικός
διατύφω
διατωθάζω
διαυαίνω
διαυγάζω
διαύγασμα
διαυγασμός
διαυγάω
διαύγεια
διαυγέω
διαυγή
διαυγής
διαυγία
διαυγίζω
διαύγιον
διαυγῶς
διαυθαίρετος
διαυθεντέω
διαυλαδρόμος
διαῦλαξ
διαύλειον
διαυλέω
διαύλη
διαυλία
διαυλίζω
…
διατύπτομαι
Save
LSJ
διατύπτομαι,
= πληκτίζομαι, Sch.
Ar.
Ec.
958.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}