Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυσέργως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυσεπιθύμως
δυσεπικούρητος
δυσεπίκριτος
δυσεπίληπτος
δυσεπιλόγιστος
δυσεπίμικτος
δυσεπινόητος
δυσεπισημασία
δυσεπισημασίαι
δυσεπισκόπητος
δυσεπίστροφος
δυσεπίσχετος
δυσεπισχέτως
δυσεπίτευκτος
δυσεπιτήδευτος
δυσεπιτίμητος
δυσεπιχείρητος
δυσέποπτος
δυσεπούλωτος
δυσέραστος
δυσεράω
δυσεργασία
δυσέργαστος
δυσέργεια
δυσεργέω
δυσέργημα
δυσεργής
δυσέργητος
δυσεργία
δύσεργος
δυσέργως
δυσερεύνητος
δυσέρημος
δύσερις
δυσεριστία
δυσέριστος
δυσερμήνευτος
δυσερμία
δύσερμος
δυσερνής
δύσερως
δυσερωτιάω
δυσερωτικός
δυσέσβολος
δυσετηρία
δύσετο
δυσετυμολόγητος
δυσεύναστος
δυσευνάτωρ
δυσευνήτειρα
δυσεύνητος
δυσευνήτωρ
δυσευπόριστος
δυσεύρετος
δυσεύχωστος
δύσεφθος
δυσέφικτος
δυσέφοδος
δυσέψανος
δυσέψητος
δυσζηλία
…
δυσέργως
Save
Bailly 2024
δυσέργως,
adv.
paresseusement, péniblement,
Plut.
Demetr.
43
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}