δυσέφοδος
δυσέφοδος, hard to get at, inaccessible
δῠσ-έφοδος, ον,
- hard to get at, inaccessible, D.S. 1.57 (Sup.); τὸ δ. Phld. Rh. 1.325 S. (nisi leg. δυσέφικτον).
difícil de atacar
ἡ κρατίστη (χώρα) τῆς Αἰγύπτου ... δυσεφοδωτάτη γέγονε
τὸ δ.
δυσ·έφοδος, ος, ον [ῠ] difficile à aborder, DS. 1, 57 au sup. -ώτατος.
Étym. δ. ἔφοδος.
δυσέφοδος, schwer zugänglich ; im superl. DS. 1.57.