Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυσέποπτος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυσεπάλλακτος
δυσεπανόρθωτος
δυσεπέκτατος
δυσεπήβολος
δυσεπίβατος
δυσεπίβλητος
δυσεπίβολος
δυσεπιβούλευτος
δυσεπίβουλος
δυσεπίγνωστος
δυσεπίδεκτος
δυσεπίδετος
δυσεπίθετος
δυσεπιθύμως
δυσεπικούρητος
δυσεπίκριτος
δυσεπίληπτος
δυσεπιλόγιστος
δυσεπίμικτος
δυσεπινόητος
δυσεπισημασία
δυσεπισημασίαι
δυσεπισκόπητος
δυσεπίστροφος
δυσεπίσχετος
δυσεπισχέτως
δυσεπίτευκτος
δυσεπιτήδευτος
δυσεπιτίμητος
δυσεπιχείρητος
δυσέποπτος
δυσεπούλωτος
δυσέραστος
δυσεράω
δυσεργασία
δυσέργαστος
δυσέργεια
δυσεργέω
δυσέργημα
δυσεργής
δυσέργητος
δυσεργία
δύσεργος
δυσέργως
δυσερεύνητος
δυσέρημος
δύσερις
δυσεριστία
δυσέριστος
δυσερμήνευτος
δυσερμία
δύσερμος
δυσερνής
δύσερως
δυσερωτιάω
δυσερωτικός
δυσέσβολος
δυσετηρία
δύσετο
δυσετυμολόγητος
δυσεύναστος
…
δυσέποπτος
Save
DGE
δυσέποπτος
-ον
inescrutable
,
oscuro
τὸ χρῆμα
Cyr.Al.M.68.456C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}