δυσερεύνητος
δυσερεύνητος, hard to search
δῠσ-ερεύνητος, ον,
- hard to search, χωρία J. BJ 1.16.5.
difícil de explorar, inextricable
τὰ ἕλη καὶ δυσερεύνητα τῶν χωρίων
δυσ·ερεύνητος, ος, ον [ῠ] difficile à explorer, Jos. B.J. 1, 16, 5.
Étym. δ. ἐρευνάω.
δυσερεύνητος, schwer zu durchspüren, χωρίον Jos.