δυσεπίληπτος
difícil de comprender
ἔστι γὰρ δ. ἡ μοῖρα, οὐκ ἀκατάληπτος
τὰ βιβλία
δυσ·επίληπτος, ος, ον [ῠῐ] difficile à comprendre, Chrys. 1, 693 ; 6, 652.
Étym. δ. ἐπιλαμβάνω.
δυσεπίληπτος, schwer zu fassen ; Schol. Eur. Hipp. 883 ; K.S.
difícil de comprender
ἔστι γὰρ δ. ἡ μοῖρα, οὐκ ἀκατάληπτος
τὰ βιβλία