δυσάλιος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δῠσ-άλιος [ᾱ], ον, Dor. for δυσήλιος. δυσάλιος v. δυσήλιος. δυσ·άλιος, v. δυσήλιος. δυσάλιος -ον Dor. voor δυσήλιος. δυσάλιος, dor. = δυσήλιος, Eur. Rhes. 247.