δυσάκεστος
δυσάκεστος, hard to heal
δῠσ-άκεστος [ᾰ], ον,
- hard to heal, ἐκτρίμματα Hp. Fract. 29.
1 difícil de curar
ἐκτρίμματα
κοιλία
2 cruel
κάματοι
δυσάκεστος, hard to heal
1 difícil de curar
ἐκτρίμματα
κοιλία
2 cruel
κάματοι