δύσπονος
δύσπονος, toilsome
δύσπον-ος, ον,
- toilsome, S. Ant. 1276 (lyr.).
penoso, doloroso
πόνοι βροτῶν δύσπονοι
δύσ·πονος, ος, ον, fatigant, pénible, Soph. Ant. 1276.
Étym. δ. πόνος.
δύσπονος, mühselig, πόνοι Soph. Ant. 1262.
δύσπονος
δύσ-πονος, ον
- toilsome, Soph.