δυσπόρευτος
δυσπόρευτος, hard to pass
δυσπόρ-ευτος, ον,
- hard to pass, πηλὸς ταῖς ἁμάξαις δ. X. An. 1.5.7; ἀνοδίαι Ph. 2.14; ὁδοί D.C. 53.22.
1 intransitable, difícil de recorrer
πηλὸς ταῖς ἁμάξαις δ.
ὅρια ... δυσπόρευτα καὶ ὁδοιπόρῳ
χώρα
ἀνοδίαι
ὁδός
2 que fluye con dificultad, no muy fluido
αἷμα
• fig. torpe, lento
(ἡ ψυχή) δ. ἐστι πρὸς τὰς τοιαύτας κινήσεις
δυσ·πόρευτος, ος, ον, difficile à traverser, peu praticable, Xén. An. 1, 5, 7 ; DC. 53, 22.
Étym. δ. πορεύομαι.
δυσπόρευτος, unwegsam, ἁμάξαις Xen. An. 1.5.7 ; – Sp.
δυσπόρευτος
δυσ-πόρευτος, ον
πορεύομαι
- hard to pass, Xen.