θαλασσοκράμβη
θαλασσοκράμβη, sea-kale
θᾰλασσο-κράμβη, ἡ,
- sea-kale, Gp. 12.1.1, Gal. 6.354.
θαλασσο·κράμβη, ης (ἡ) et θαλασσό·κραμβον, ου (τὸ) [θᾰ] chou marin, plante, Geop. 12, 1, 1, etc.
Étym. θ. κράμβη.
θαλασσοκράμβη, ἡ, Meerkohl, Geop.